Νικόλας Πλαστήρας (Ο Μαύρος Καβαλάρης)

«Το πλανάσθαι ανθρώπινον, αλλά το ομολογήν την πλάνην είναι ανώτερος πολιτισμός και ευγενέστερος ανδρισμός. Ένας λαός ούτω μόνον σκεπτόμενος αποτρέπει τας εκ της πλάνης συμφοράς και ευημερεί.»

Νικόλαος Πλαστήρας

«Όποιος βλέπει την πατρίδα του να καταστρέφεται και κάθεται αδρανής, είναι το ίδιο σαν να την καταστρέφει ο ίδιος.»

Νικόλαος Πλαστήρας

Slide background
Slide background
Slide background
Slide background
Slide background
Slide background
Slide background
Slide background
Slide background
Slide background

Μία από τις προσωπικότητες που καθόρισαν την ιστορική πορεία της χώρας μας κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, ήταν αυτή του Πλαστήρα. Πρωταγωνιστής, σε χρόνια δύσκολα, χρόνια της φωτιάς και του πολέμου, σε εποχές εθνικού διχασμού και μίσους. Σήμερα που η αχλής της Ιστορίας έχει ξεκαθαρίσει, έχει ιστορικά καταδειχθεί η ανιδιοτελής προσφορά του στρατιωτικού, του πολιτικού, του ανθρώπου Νικόλαου Πλαστήρα.

Γεννήθηκε στο Μορφοβούνι Καρδίτσας στις 17 Νοεμβρίου 1883. Πατέρας του ήταν ο Χρήστος Πλαστήρας από το Βουνέσι (Μορφοβούνι Καρδίτσας) και η μητέρα του η Στυλιανή, το γένος Καραγιώργη που κατάγονταν από μια αγραφιώτικη οικογένεια με πλούσια ιστορική παράδοση, αφού οι πρόγονοί της είχαν πάρει μέρος στον εθνικό απελευθερωτικό αγώνα στο πλευρό του Γεωργίου Καραϊσκάκη. Στα παιδικά του χρόνια ο Νικόλαος Πλαστήρας έμπλεξε σε έναν καυγά με το γιό του Τούρκου πασά της περιοχής και οι γονείς του αναγκάστηκαν να τον φυγαδεύσουν στην Αθήνα, όπου φοίτησε στη Βαρβάκειο Σχολή.

Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας ξαναγύρισε στην Καρδίτσα, όπου τελείωσε το γυμνάσιο. Το 1903 κατατάχτηκε ως δεκανέας στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού και δύο χρόνια αργότερα (1905) εντάχθηκε στα αντάρτικα σώματα των Παπαδάκη και Αθανασόπουλου και πήρε μέρος στον Μακεδονικό αγώνα. Όταν επέστρεψε στο σύνταγμά του έγινε πρόεδρος του Συνδέσμου Υπαξιωματικών Καρδίτσας και από τη θέση αυτή τάχθηκε υπέρ του Στρατιωτικού Συνδέσμου και πήρε μέρος το 1909 στο Κίνημα στο Γουδί. Τον Ιούλιο του 1912 ολοκλήρωσε τη φοίτησή του στη Σχολή Αξιωματικών και με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού Πεζικού πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912 - 1913). Λίγους μήνες αργότερα έλαβε το βάπτισμα του πυρός και διακρίθηκε για την ανδρεία του στις μάχες που έγιναν στην Ελασσόνα, στο Σαραντάπορο, στα Γιαννιτσά, στη Θεσσαλονίκη, στο Σκρά.

Το 1916 πήρε μέρος στο κίνημα της «Εθνικής Άμυνας» του Ελευθερίου Βενιζέλου. Κατά τη μικρασιατική εκστρατεία ήταν Συνταγματάρχης και διοικητής του 5/42 τάγματος Ευζώνων, πήρε μέρος σε πολλές μάχες έδειξε μεγάλη τόλμη και γενναιότητα και για τούτο ονομάστηκε «Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΑΒΑΛΛΑΡΗΣ». Μαζί με τον Γονατά και τον αντιπλοίαρχο Φωκά αποτέλεσαν την επαναστατική επιτροπή του 1922, αναγνωρίστηκε αρχηγός της και έπαιξε ρόλο στην εξέλιξη της πολιτικής κατάστασης στη χώρα (1923).

Το 1924 κατέθεσε την αρχή στην κυρίαρχη εθνική αντιπροσωπεία στην Δ’ Εθνική Συνέλευση που με ψήφισμά της τον ανακήρυξες «Άξιο της Πατρίδας» όπως και τον Γονατά. Αποστρατεύτηκε με το βαθμό του Αντιστράτηγου και έφυγε στο εξωτερικό για να φροντίσει την κλονισμένη υγεία του. Το 1925 εξορίζεται στην Ιταλία επί δικτατορίας Πάγκαλου. Στις εκλογές του 1933 κήρυξε στρατιωτικό κίνημα. Μετά την αποτυχία του όμως αναγκάστηκε να φύγει στη Γαλλία όπου κι έμεινε παρακολουθώντας πάντα με προσοχή την κατάσταση στην Ελλάδα.

Στις 5 – 1 – 1945 σχημάτισε κυβέρνηση αλλά παραιτήθηκε στις 10 – 4 της ίδιας χρονιάς. Το 1950 έγινε πάλι πρωθυπουργός σαν αρχηγός της Ε.Π.Ε.Κ. και τον επόμενο χρόνο σχημάτισε δεύτερη κυβέρνηση με την ίδια ιδιότητα. Στα μέσα του 1952 παθαίνει εγκεφαλικό που του αφήνει παράλυτα τα αριστερά άκρα. Πέθανε στις 26 – 7 – 1953.

Ο στρατηγός Νικόλαος Σαμψών, φίλος του Πλαστήρα, σε επιστολή του περιγράφει, το παρακάτω: «Όταν πέθανε ο Πλαστήρας, δεν άφησε πίσω του σπίτι, ακίνητα ή καταθέσεις σε τράπεζες. Η κληρονομιά που άφησε στην ορφανή προσφυγοπούλα ψυχοκόρη του, ήταν 216 δρχ., ένα δεκαδόλλαρο και μια λακωνική προφορική διαθήκη: "Όλα για την Ελλάδα!". Βρέθηκε επίσης στα ατομικά του είδη ένα χρεωστικό του Στρατού (ΣΥΠ 108) για ένα κρεβάτι που είχε χάσει κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων στη Μικρά Ασία και 8 δρχ. με σημείωση να δοθούν στο Δημόσιο για την αξία του κρεβατιού, ώστε να μην χρωστά στην Πατρίδα.

Όταν πέθανε ο Πλαστήρας στις 26/7/1953 τον έντυσαν το νεκρικό κοστούμι, που το αγόρασε ο φίλος του Διονύσιος Καρρέρ - γιατί ο ίδιος τον μισθό του τον πρόσφερε διακριτικά σε άπορους και ορφανά παιδιά - ο δε γιατρός, που ήταν παρών και υπέγραψε το σχετικό πιστοποιητικό θανάτου, μέτρησε στο ταλαιπωρημένο κορμί του: 27 σπαθιές και 9 σημάδια από βλήματα.»